Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Μαθήματα ιστορίας της τέχνης - Κλοντ Μονέ

από την Πόπη Κοκονά


«Το χρώμα είναι η καθημερινή μου εμμονή, χαρά και βάσανο», δήλωνε άλλοτε ο μεγάλος κολορίστας του καμβά, ο «άνθρωπος που ζωγράφιζε τα νούφαρα», όπως θα μείνει λαϊκά γνωστός. 

Διανοούμενος ζωγράφος και με παγιωμένη θέση για την τέχνη, ο γάλλος καλλιτέχνης ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη φευγαλέα εντύπωση που δημιουργούν τα χρώματα στον καμβά παρά για την ακρίβεια στην απόδοση των μορφών, γεννώντας στην πορεία ένα νέο κίνημα ζωγραφικής, τον γνωστό μας ιμπρεσιονισμό.

Που θεωρείται βεβαίως το πρώτο βήμα για την απελευθέρωση της αναπαραστατικής ζωγραφικής από τις δικλείδες του παρελθόντος και το εφαλτήριο για τη γέννηση της πραγματικά μοντέρνας τέχνης!

Και όλα θα ξεκινούσαν από τον άνθρωπο που απέρριψε τον ρεαλισμό για χάρη της αισθητικής εντύπωσης, με τις αντιξοότητες του βίου του, όπως η χρόνια κατάθλιψη, η φτώχεια, η μη αναγνώριση, οι τραγωδίες της ζωής του αλλά και η αρρώστια, να προσυπογράφουν το «καταραμένο» της γέννησης μιας μικρής επανάστασης...

Πρώτα χρόνια

Ο Όσκαρ Κλοντ Μονέ γεννιέται στις 14 Νοεμβρίου 1840 στο Παρίσι, μέσα σε εύπορη οικογένεια εμπόρων. Το 1845, σε ηλικία 5 ετών, ο Μονέ και η οικογένεια μετακομίζουν στο σημαντικό λιμάνι της Νορμανδίας, τη Χάβρη, όπου και πέρασε την παιδική του ηλικία, πλάι στον μεγάλο του αδελφό. 

Οι σχολικές του επιδόσεις κρίνονται ικανοποιητικές, αν και του ίδιου δεν του άρεσε καθόλου ο περιορισμός της σχολικής αίθουσας: προτιμούσε να είναι ελεύθερος στο ύπαιθρο. Και βέβαια ήταν πάντα και η αγάπη για τη ζωγραφική! Γέμιζε τετράδια και βιβλία με παραστάσεις ανθρώπων, συνηθίζοντας για να διασκεδάζει να σκαρώνει καρικατούρες των καθηγητών του. 

Κι ενώ η μητέρα του ενθάρρυνε διαρκώς τη φανερή ζωγραφική κλίση του μικρού, ο πατέρας του τον προόριζε για διάδοχο στην επιχείρησή του. Ο Μονέ βίωσε με μεγάλη σφοδρότητα την απώλεια της μητέρας του το 1857.

Γνωστός στην πόλη για τα ερασιτεχνικά πορτρέτα που φιλοτεχνούσε στους οικογενειακούς φίλους των γονιών του, ο Μονέ έρχεται σε επαφή με τον Ευγένιο Μπουντέν, γνωστό καλλιτέχνη τοπιογραφιών, ο οποίος λειτούργησε ως πρώτος του δάσκαλος στη ζωγραφική: ο Μπουντέν είναι που θα τον συστήσει στη ζωγραφική στο ύπαιθρο και θα του μεταλαμπαδεύσει την αγάπη του για τη φύση, αμφότεροι ακρογωνιαίοι λίθοι της κατοπινής δουλειάς του Μονέ...

Δύσκολη αρχή

Το 1859 ο Μονέ αποφασίζει να επιστρέψει στο Παρίσι για να κυνηγήσει το όνειρο της τέχνης: εκεί επηρεάστηκε από τους ζωγράφους της λεγόμενης Σχολής Μπαρμπιζόν και γράφτηκε έτσι στην ακαδημία καλών τεχνών Academie Suisse. Αυτή την εποχή γνωρίζει και τον άλλο εμβληματικό χρωστήρα των ιμπρεσιονιστών, Καμίλ Πισαρό, με τον οποίο θα συνδεθούν με βαθιά και μακρόχρονη φιλία. 

Από το 1861-1862, ο Μονέ υπηρέτησε τη θητεία του στην Αλγερία, τα προβλήματα υγείας όμως θα φέρουν την απόλυσή του μια ώρα αρχύτερα. Έτσι, επιστρέφει στο Παρίσι, αρχίζει και πάλι μαθήματα σχεδίου και γνωρίζει την ομάδα των ομοϊδεατών καλλιτεχνών, με τους οποίους θα έμεναν γνωστοί ως «ιμπρεσιονιστές»: Ρενουάρ, Σίσλεϊ, Μπαζίλ. 


Οι ζωγραφικές εξορμήσεις του Μονέ στο ύπαιθρο είχαν πια συντροφιά την κατοπινή διάσημη τριανδρία. Ο ζωγράφος κατάφερε να τρυπώσει στην περίφημη ετήσια παρισινή έκθεση Salon το 1865, με δύο πίνακές του με θαλασσινά θέματα. Παρά το γεγονός ότι η δουλειά του εκτιμήθηκε σε κάποιους κύκλους, ο ίδιος συνέχιζε να δοκιμάζεται οικονομικά.


Την επόμενη χρονιά έγινε και πάλι δεκτός στο σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός του Παρισιού, με το Salon να επιλέγει αυτή τη φορά ένα πορτρέτο της Camille, τη σύντροφό του και μέλλουσα σύζυγο Camille Doncieux, η οποία ήταν κατά πολύ νεότερή του. Η ίδια θα λειτουργήσει ως μούσα του και θα απαθανατιστεί σε αναρίθμητους κατοπινούς του πίνακες. 


Το ζευγάρι θα γνωρίσει πολλές δυσκολίες το 1867, όταν γεννήθηκε ο πρώτος γιος τους, Jean. Ο Μονέ μαστιζόταν από οικονομική ανέχεια και ο εύπορος πατέρας του, κάθετα αντίθετος στην επιλογή του να γίνει ζωγράφος, δεν βοηθούσε καθόλου το νεαρό ζευγάρι. Την επόμενη χρονιά, η χρόνια κατάθλιψή του και η οικονομική δυσπραγία θα φέρουν τον Μονέ ένα βήμα πριν από τον θάνατο: αποπειράται αυτοκτονία, προσπαθώντας να πνιγεί στον Σηκουάνα. 

Ευτυχώς, η τύχη χαμογέλασε στον Μονέ βρίσκοντας την επόμενη χρονιά χορηγό: ο μαικήνας των τεχνών Louis-Joachim Guadibert πατρονάρει τον νεαρό καλλιτέχνη, επιτρέποντάς του έτσι να συνεχίσει το έργο του απερίσπαστος. Οι Μονέ και Camille παντρεύτηκαν τον Ιούνιο του 1870 και λόγω του ξεσπάσματος του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου το ζευγάρι αναγκάζεται να πάρει τον γιο του παραμάσχαλα και να μεταναστεύσει στο Λονδίνο. 


Επιστρέφοντας στη Γαλλία στο τέλος του πολέμου, το 1872, ο Μονέ και η φαμίλια του εγκαθίστανται στη βιομηχανική πόλη Argenteuil, όπου και θα αναπτύξει προοδευτικά ο ζωγράφος την ιδιαίτερη τεχνική του και θα δέχεται συνεχώς επισκέψεις από τους ζωγράφους φίλους του, Ρενουάρ, Πισαρό και Μανέ, με την ομάδα να διαπιστώνει ότι έχουν πολλά κοινά στην τεχνοτροπία τους. 


Ο Μονέ πολλές φορές δεν έμοιαζε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και δεν δίσταζε να καταστρέφει τους πίνακές του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο ίδιος έκαψε, έσκισε και διέλυσε περισσότερους από 500 πίνακες, αρνούμενος να συμβιβαστεί με τη μετριότητα. Τα ξεσπάσματα του θυμού του ακολουθούνταν από περιόδους μελαγχολίας και κατάθλιψης...

Μετρ του φωτός και του χρώματος

Ήταν σε συλλογική έκθεση του Απριλίου του 1874 που θα γινόταν η μικρή επανάσταση στη ζωγραφική: ο σπουδαίος πίνακας του Μονέ «Εντύπωση: Ανατολή Ηλίου», που αναπαριστούσε το λιμάνι της Χάβρης στην πρωινή ομίχλη, θα γινόταν το σκάνδαλο της έκθεσης, αναγκάζοντας τους κριτικούς να εφεύρουν τον όρο «ιμπρεσιονισμός» για να χαρακτηρίσουν την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του ζωγράφου, αλλά και των συγγενών πνευμάτων. Ο πίνακας έμοιαζε πράγματι με προσχέδιο παρά με ολοκληρωμένο έργο τέχνης!


Παρά το γεγονός ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε μειωτικά και ο νέος τρόπος ζωγραφικής απεικόνισης δεν έτυχε θερμής υποδοχής, οι ιμπρεσιονιστές ήρθαν για να μείνουν. Απομακρυνόμενοι από τα κελεύσματα της κλασικής ζωγραφικής, ο Μονέ και η παρέα του χρησιμοποιούσαν ζωντανά χρώματα και ζωηρές, πηχτές πινελιές για να αποδώσουν το παιχνίδισμα του φωτός στον φυσικό κόσμο, βάζοντας την ακρίβεια της αναπαράστασης σε δεύτερο πλάνο. Ήταν σκάνδαλο!


Ο Μονέ και η παρέα του άρχισαν να εκθέτουν περιοδικά ως ιμπρεσιονιστές πια, με τη συνήθεια να καλύπτει όλη τη δεκαετία του 1880. Ταυτοχρόνως, η προσωπική του ζωή γνώρισε νέες τραγωδίες: η σύζυγός του αρρώστησε βαριά κατά τη διάρκεια της δεύτερης εγκυμοσύνης της (ο γιος τους, Michel, γεννήθηκε το 1878), με την υγεία της να επιδεινώνεται συνεχώς: πριν πεθάνει, οι πάμφτωχοι Μονέ πήγαν να ζήσουν με φιλικό τους ζευγάρι, με τον ζωγράφο να την απαθανατίζει διαρκώς στα έργα του, μέχρι και στο νεκροκρέβατό της. 


Μετά τον θάνατο της Camille, ο συντετριμμένος Μονέ φιλοτέχνησε μια σειρά από «παγερούς» πίνακες, ενώ ήρθε κοντά με τη γυναίκα του φίλου του, Alice, με τους δυο τους να συνδέονται σύντομα ερωτικά. 


Ο άντρας της ζούσε στο Παρίσι και δεν πήραν ποτέ διαζύγιο, με την ίδια και τον Μονέ (και τα παιδιά τους) να αποσύρονται το 1883 στην Giverny, τον τόπο όπου θα μεγαλουργούσε ο Μονέ βρίσκοντας νέα πηγή έμπνευσης. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, Ernest, οι Μονέ και Alice ήταν πια ελεύθεροι να παντρευτούν (1892).


Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, ο Μονέ θα κατάφερνε επιτέλους να εγκαθιδρυθεί στον χώρο της τέχνης, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα μια σειρά από μνημειώδεις συνθέσεις, εμβληματικές για την ιστορία της τέχνης. 


Ήταν στην Giverny που θα κατέληγε στο οριστικό ζωγραφικό του στιλ, με τα περίφημα νούφαρά του να απεικονίζονται πια σε αναρίθμητα έργα του. 




Η επιδίωξη της ανεύρεσης του κατάλληλου φωτός και χρώματος στη φύση θα τον έφερνε πια σε ταξίδια σε όλη τη γαλλική επικράτεια, ενώ συχνά απαθανάτιζε το ίδιο θέμα σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, όπως έκανε με τον Καθεδρικό της Ρουέν, που τον ζωγράφισε στο πρωινό φως, στο απομεσήμερο, με καλό καιρό, με συννεφιά κ.λπ. 


Και βέβαια το 1900 ο Μονέ ταξίδεψε και πάλι στον Λονδίνο, μόνο και μόνο για να αποθεώσει ζωγραφικά τον Τάμεση! 


Το 1911 ο Μονέ έπεσε σε βαθιά μελαγχολία, καθώς έχασε την πολυαγαπημένη του Alice. Την επόμενη χρονιά εμφάνισε καταρράκτη στο δεξί του μάτι, ενώ και στον χώρο της τέχνης γνώρισε απογοητεύσεις, καθώς οι ιμπρεσιονιστές δεν ήταν πια στην πρωτοπορία της ζωγραφικής: το νέο κίνημα των κυβιστών Πικάσο και Μπρακ απειλούσε να τους εξορίσει από την avant-garde θέση τους! 


Υπήρχε βέβαια έντονο ακόμα ενδιαφέρον για τη δουλειά του Μονέ, ο οποίος πέρασε τα τελευταία αυτά χρόνια φιλοτεχνώντας τη σειρά με τους 12 πίνακες με τα νούφαρα για το παρισινό μουσείο Orangerie des Tuileries. 


Σχεδόν τυφλός, με τον καταρράκτη να καλύπτει πια και τα δυο του μάτια, και την υγεία του συνεχώς επιδεινούμενη, η παραγγελία του μουσείου αποδείχτηκε ιδιαίτερα απαιτητική για τον ηλικιωμένο Μονέ. Ο ίδιος συμφώνησε να υποβληθεί τελικά σε εγχείριση για τον καταρράκτη το 1923...

Τελευταία χρόνια



Η κατάθλιψη έκανε και πάλι την εμφάνισή της στα κατοπινά αυτά χρόνια της ζωής του σπουδαίου ζωγράφου, με τον ίδιο να μην αφήνει ωστόσο ποτέ τον χρωστήρα από το χέρι. 


Ο Μονέ πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου1926 στο σπίτι του στην Giverny, όχι βέβαια προτού κλονίσει συθέμελα το οικοδόμημα της τέχνης και αλλάξει τη μορφή της ζωγραφικής αναπαράστασης εκ θεμελίων! 

Ο ίδιος ήταν που άνοιξε την πόρτα στην αποδέσμευση της ζωγραφικής από τα ορόσημα του παρελθόντος, κάτι που θα οδηγούσε φυσικά στην ολοένα και μεγαλύτερη αφαίρεση των κατοπινών χρόνων. Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο ότι σύγχρονοι αφαιρετικοί εξπρεσιονιστές, όπως ο Ρόθκο, ο Πόλοκ και ο ντε Κούνινγκ τον Μονέ παραθέτουν ως πνευματικό τους δάσκαλο...

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Ιστορία της τέχνης - Γεώργιος Ιακωβίδης

μαθήματα από την Πόπη Κοκονά


Ο ζωγράφος της παιδικής ηλικίας  Γεώργιος Ιακωβίδης 

Εχει πατρίδα η παιδική ηλικία; Εχει πατρίδα η αθωότητα; Είναι γερμανάκια ή ελληνόπουλα τα παιδιά που ζωγραφίζει ο Γεώργιος Ιακωβίδης με τόση τρυφερότητα, με τόση αγάπη και με τόσο βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας τους και της συμπεριφοράς τους; Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι πίνακές του με θέματα αντλημένα από την παιδική ηλικία ζωγραφίστηκαν στο Μόναχο. Και αυτό γιατί το αστικό περιβάλλον της βαυαρικής πρωτεύουσας και η εθνικιστική ιδεολογία της αγίας τριάδας «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» που ευδοκιμούσε αυτά τα χρόνια στη Γερμανία ευνοούσαν ανάλογα θέματα. Ετσι αυτή η ιδιαίτερη κλίση του Ιακωβίδη, που είχε ήδη εκδηλωθεί δειλά στα χρόνια της αθηναϊκής μαθητείας του, θα βρει τον βιότοπό της στο Μόναχο, θα ανθήσει και θα καρποφορήσει.

H νηπιακή και παιδική ανθρωπότητα που παρελαύνει από τους πίνακες του Ιακωβίδη έχει ορισμένα αρχετυπικά χαρακτηριστικά: πλούσια ή φτωχή, ντυμένη με ακριβά ρούχα ή με ράκη, είναι υγιής, εύρωστη, αμέριμνη και ευτυχισμένη. Αυτό και μόνο το χαρακτηριστικό διακρίνει τη ζωγραφική του Ιακωβίδη από το κοινωνικό κήρυγμα των ρεαλιστών ή από το νοσηρό κλίμα των ρομαντικών και των συμβολιστών, που αγγίζει κάπου κάπου και τον μεγάλο Γύζη όταν ζωγραφίζει ανάλογα θέματα.

Οι σκηνές από την παιδική ηλικία ανήκουν ασφαλώς στην ανώδυνη ηθογραφική ζωγραφική αλλά ο Ιακωβίδης ερμηνεύει το θέμα του με τη φιλαλήθεια ενός ρεαλιστή. Σπάνια μπορείς να δεις νήπια ζωγραφισμένα με τόση ακρίβεια, γιατί δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα σχεδιαστικά γυμνάσματα. Με τέλειο τρόπο αποδίδονται τα άπλαστα ακόμη μέλη, οι αδέξιες κινήσεις, οι εκφράσεις, ακόμη και η ασκήμια τους, ιδιαίτερα όταν κλαίνε. Και τα παιδιά του Ιακωβίδη θυμώνουν, επαναστατούν και κλαίνε γοερά. Οχι όμως από πείνα και δυστυχία. Αλλά γιατί υπομένουν με δυσκολία τα μικρά βάσανα που τους επιβάλλουν οι μεγαλύτεροι, κυρίως οι γιαγιάδες και οι παππούδες. Γιατί ο Ιακωβίδης αγαπά να απεικονίζει αυτές τις δύο ακραίες ηλικίες και την ξεχωριστή σχέση που αναπτύσσουν.

H αντίθεση ανάμεσα στους γέροντες και στα παιδιά γοητεύει τον ζωγράφο· αντίθεση πολλαπλή, στη μορφή, στην έκφραση, στην κίνηση αλλά κυρίως στην ψυχολογία. H τρυφερή, στίλβουσα και σφύζουσα από ζωική ορμή ρόδινη σάρκα των παιδιών λάμπει φωτίζοντας αντιστικτικά και ανελέητα τα γερασμένα πρόσωπα, τα χαρακωμένα από τον χρόνο και τα βάσανα της ζωής. Οι καλοκάγαθοι γέροντες του Ιακωβίδη, γαλήνιοι και υπομονετικοί, εκφράζουν τη στοχαστική ενατένιση της ζωής, της δικής τους ζωής που δύει, της ζωής των νέων βλαστών που ανατέλλει. Με οξυδέρκεια ψυχολόγου ο Ιακωβίδης παρατηρεί τα τυπικά χαρακτηριστικά κάθε ηλικίας: ιδιαίτερα τονίζει την προπετή απληστία των παιδιών, την ασίγαστη, την ακάματη ενεργητικότητά τους, τον αξόδευτο δυναμισμό τους, την ανυπομονησία τους να κατακτήσουν τον ζωτικό τους χώρο, που εκφράζεται με τα διαρκώς απλωμένα χεράκια τους.

Τα παιδιά υπερασπίζονται με μαχητικότητα τον πρώιμο πόθο τους για ανεξαρτησία και οι γέροντες υπομένουν με χαμογελαστή συγκατάβαση την επαναστατική επιθετικότητά τους. Σιωπή τυλίγει τους γέροντες, ενώ τα ξεφωνητά και τα γέλια των παιδιών φτάνουν εκκωφαντικά ως τ' αυτιά μας. Ποτέ ζωγράφος δεν έπλεξε ανάλογο ύμνο στην ξεχωριστή αυτή σχέση που γεφυρώνει το χάσμα των γενεών. Γιατί στις παραδοσιακές κοινωνίες προσφιλείς και αναντικατάστατοι παιδαγωγοί των παιδιών ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής τούς εξόρισε στους οίκους ευγηρίας, δημιουργώντας ένα ανεπούλωτο τραύμα στην αρμονική ανάπτυξη και αγωγή των παιδιών μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας. Μέσα απ' αυτή τη σχέση, σχέση αγάπης, πολλές αξίες μεταβιβάζονταν στη νέα γενιά αβίαστα. Και πάνω απ' όλα ο σεβασμός των γερόντων. Μια παλιά λαϊκή παροιμία, ακατανόητη σήμερα, προέτρεπε: «Αν δεν έχεις γέρο, ν' αγοράσεις». Ο πλούτος της παραδοσιακής γλώσσας, η πείρα, η σοφία της ζωής είναι μερικές μόνο από τις αξίες που ναυάγησαν μαζί με την ακυρωμένη σχέση των δύο γενεών. 
Σπουδαίος τεχνίτης, απαράμιλλος σχεδιαστής

H θεματολογία με παιδιά επιβάλλεται στη ζωγραφική του Ιακωβίδη μετά το 1882, πάντα στο Μόναχο, όπου θα παραμείνει ως το 1900, γνωρίζοντας την επαγγελματική καθιέρωση. Οι παιδογραφίες του έλληνα ζωγράφου βρίσκουν θερμή ανταπόκριση τόσο στην κριτική τους υποδοχή όσο και στο αγοραστικό κοινό της βαυαρικής πρωτεύουσας. Το θέμα αυτό θα κυριαρχήσει στη δημιουργία του ως το 1900. Μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα οι ιεραρχίες ανατρέπονται καθώς ο ορίζοντας προσδοκίας του κοινού αλλάζει. Ο Ιακωβίδης κατακλύζεται από παραγγελίες. Από τον βασιλικό οίκο ως τους εκπροσώπους της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου, όλοι φιλοδοξούν να διαιωνιστούν από τον διάσημο ζωγράφο· και πράγματι ο Ιακωβίδης μάς άφησε μια συναρπαστική πινακοθήκη από προσωπογραφίες που ζωντανεύουν μια ολόκληρη εποχή.

Τα πρώτα του έργα με παιδιά έχουν έντονο ηθογραφικό χαρακτήρα με πρωταγωνιστές νεαρούς βιοπαλαιστές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει για τη φευγαλέα έκφραση και την ελεύθερη πινελιά του το Ιταλόπαιδο που γελάει, που παραπέμπει σε παλιότερους δασκάλους του είδους, όπως ο Βελάσκεθ, ο Μουρίγιο και ο Φραντς Χαλς. Από το 1883, με τα Μικρά βάσανα και τον Κακό εγγονό, αρχίζει να κυριαρχεί στη θεματογραφία του Ιακωβίδη ο διάλογος ανάμεσα στις δύο ακραίες ηλικίες της ζωής που περιγράψαμε πιο πάνω. Ο ζωγράφος φαίνεται να προετοιμάζει τις συνθέσεις του με γρήγορα σκίτσα, είτε με μολύβι είτε με λάδι, όπου προσπαθεί να συλλάβει τη φευγαλέα έκφραση και τη στιγμιαία κίνηση. Τα τελειωμένα έργα, με το προσεκτικό σχέδιο και τη σφιχτή φόρμα, δεν παρουσιάζουν την ίδια ανταπόκριση ανάμεσα στη «γραφή» και στη ροή του χρόνου που διαθέτουν τα προσχέδια. Ως το τέλος της δεκαετίας του '80 οι σκηνές διαδραματίζονται σε εσωτερικούς χώρους και προβάλλονται σ' ένα σχετικά σκοτεινό φόντο, ενώ η τονικότητα που κυριαρχεί είναι το καφετί και τα γαιώδη της ακαδημαϊκής ζωγραφικής. Ο φωτισμός είναι διάχυτος με απροσδιόριστη πηγή. Οι γέροντες είναι ντυμένοι συνήθως με σκούρα ρούχα που χαρίζουν περισσότερη λάμψη στα χαρούμενα λευκά ή ανθηρά χρώματα των παιδικών ενδυμάτων.

Οπως παρατηρεί εύστοχα η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης κυρία Ολγα Μεντζαφού, που αφιέρωσε στον Ιακωβίδη μια λαμπρή διατριβή, από το τέλος της δεκαετίας του 1880 η διάθεση, η χρωματολογία και ο φωτισμός αλλάζουν στους πίνακες του ζωγράφου, που διανύει μια ευτυχισμένη περίοδο στη ζωή του, ύστερα από τον γάμο του και τη γέννηση του μοναχογιού του. Οι μορφές προβάλλονται τώρα πάνω σ' ένα φωτεινό φόντο και τα χρώματα ζωηρεύουν. Ενα δυνατό κόκκινο, που τοποθετείται στον πίνακα ανόθευτο, καθαρό πάνω σ' ένα φρούτο, στα καλτσάκια ενός παιδιού, στο κουβάρι της γιαγιάς που πλέκει, ζωντανεύει τον πίνακα. Ακόμη και στα σκούρα ρούχα της γιαγιάς κυκλοφορούν υπέροχες συγχορδίες χρωμάτων: πράσινα, βυσσινιά, μαβιά, ρόδινα φώτα.

H λειτουργία του φωτός αλλάζει επίσης. H πηγή του προσδιορίζεται τώρα μέσα στον πίνακα. Το φως έρχεται από ένα ανοιχτό παράθυρο, που τοποθετείται πάντα αριστερά, όπως το είχαν καθιερώσει οι ολλανδοί ηθογράφοι του 17ου αιώνα, με προεξάρχοντα τον Βερμέερ. Το φως λούζει τις μορφές και παίρνει σχεδόν συμβολικές προεκτάσεις μεταμορφώνοντας τις εικόνες των παιδιών σε καθημερινές θεοφάνιες. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρουν τα Πρώτα βήματα (1892), με το μωρό που βηματίζει χαρούμενο προς την ανοιχτή αγκαλιά της αδελφής του και στον κόσμο, να μεταμορφώνεται το ίδιο σε λευκόξανθη πηγή φωτός.

Οσο ο 19ος αιώνας πλησιάζει προς το τέλος του ο Ιακωβίδης γίνεται πιο τολμηρός. Ζητάει από την ώριμη τέχνη του να λύσει πιο περίπλοκα προβλήματα. Τοποθετεί την πηγή φωτός πίσω από τη σκηνή που απεικονίζει και τη φωτίζει εναντιόδρομα. Ετσι οι μορφές μεταβάλλονται σε σκοτεινές σιλουέτες, ενώ τα περιγράμματά τους «παίρνουν φωτιά». Εδώ αισθανόμαστε την επίδραση του υπαιθρισμού και του ιμπρεσιονισμού. Τα χρώματα του Ιακωβίδη μαρτυρούν εντονότερα αυτή την ανομολόγητη οφειλή. Στη χρωματολογία του κυριαρχούν τώρα τα προσφιλή στους ιμπρεσιονιστές ζεύγη των συμπληρωματικών (πορτοκαλί με γαλάζιο, κίτρινο με μωβ, πράσινο με κόκκινο). Τη θριαμβευτική κορύφωσή της θα γνωρίσει αυτή η τάση στην ξακουστή Παιδική συναυλία (1899-1900).

Οι μορφές στο ύπαιθρο, μέσα στο φυσικό φως που ζωντανεύει τα χρώματα και διαλύει τη φόρμα, αποδίδονται τώρα με γρήγορες ελεύθερες πινελιές και αποκαλύπτουν έναν Ιακωβίδη που φαίνεται να έχει γνωρίσει και αφομοιώσει το δίδαγμα του γαλλικού υπαιθρισμού. Αλλωστε το μήνυμα της νέας τέχνης είχε αρχίσει να μεταμορφώνει και τη ζωγραφική των γερμανών ομοτέχνων του. Ηδη από το 1892 ένα έργο σαν την Αντιστροφή των ρόλων έχει ζωγραφιστεί με τόση ελευθερία και αίσθηση υπαίθρου που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στα έργα του Μανέ. H Προσωπογραφία της γυναίκας του καλλιτέχνη με τον γιο της (1895) μεταδίδει την ίδια δονούμενη αίσθηση υπαίθρου, με το φως του σύδενδρου που έρχεται από το βάθος να χαϊδεύει το μάγουλο της γυναίκας και τα μαλλιά του παιδιού.

Ο Ιακωβίδης οδήγησε τη ζωγραφική της Σχολής του Μονάχου στα ακραία της όρια. Δεν ήταν ασφαλώς επαναστάτης. Υπήρξε όμως σπουδαίος τεχνίτης, απαράμιλλος σχεδιαστής. Κυρίως όμως μας αποκάλυψε με την τέχνη του έναν κόσμο βαθιά ανθρώπινο, πλούσιο σε αισθήματα και συγκινήσεις. H ζεστασιά, η ανθρωπιά που αποπνέουν τα έργα του είναι αρχετυπική και άμεσα μεταδοτική. Ισως αυτό εξηγεί γιατί οι πίνακες του Ιακωβίδη, ιδιαίτερα αυτοί που αφιέρωσε στα παιδιά, είναι τόσο δημοφιλείς.Ο ζωγράφος της παιδικής ηλικίας Γεώργιος Ιακωβίδης
Εχει πατρίδα η παιδική ηλικία; Εχει πατρίδα η αθωότητα; Είναι γερμανάκια ή ελληνόπουλα τα παιδιά που ζωγραφίζει ο Γεώργιος Ιακωβίδης με τόση τρυφερότητα, με τόση αγάπη και με τόσο βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας τους και της συμπεριφοράς τους; Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι πίνακές του με θέματα αντλημένα από την παιδική ηλικία ζωγραφίστηκαν στο Μόναχο. Και αυτό γιατί το αστικό περιβάλλον της βαυαρικής πρωτεύουσας και η εθνικιστική ιδεολογία της αγίας τριάδας «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» που ευδοκιμούσε αυτά τα χρόνια στη Γερμανία ευνοούσαν ανάλογα θέματα. Ετσι αυτή η ιδιαίτερη κλίση του Ιακωβίδη, που είχε ήδη εκδηλωθεί δειλά στα χρόνια της αθηναϊκής μαθητείας του, θα βρει τον βιότοπό της στο Μόναχο, θα ανθήσει και θα καρποφορήσει.
H νηπιακή και παιδική ανθρωπότητα που παρελαύνει από τους πίνακες του Ιακωβίδη έχει ορισμένα αρχετυπικά 
χαρακτηριστικά: πλούσια ή φτωχή, ντυμένη με ακριβά ρούχα ή με ράκη, είναι υγιής, εύρωστη, αμέριμνη και ευτυχισμένη. Αυτό και μόνο το χαρακτηριστικό διακρίνει τη ζωγραφική του Ιακωβίδη από το κοινωνικό κήρυγμα των ρεαλιστών ή από το νοσηρό κλίμα των ρομαντικών και των συμβολιστών, που αγγίζει κάπου κάπου και τον μεγάλο Γύζη όταν ζωγραφίζει ανάλογα θέματα.
Οι σκηνές από την παιδική ηλικία ανήκουν ασφαλώς στην ανώδυνη ηθογραφική ζωγραφική αλλά ο

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ιστορία της τέχνης - El Greco

μαθήματα από την Πόπη Κοκονά

Αυτοπροσωπογραφία
Εl Espolio
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε το 1541 στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης), καταγόμενος από μία επιφανή και σεβαστή οικογένεια. Από έγγραφο του 1574 μαθαίνουμε ότι ο Δομήνικος εκπαιδεύτηκε από μικρή ηλικία στη ζωγραφική τέχνη, λαμβάνοντας παράλληλα και σοβαρή ουμανιστική μόρφωση. Το 1563 και σε ηλικία είκοσι δύο ετών είχε διαπρέψει ως καλλιτέχνης και αποκαλούνταν πλέον «maestro».
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη, στην περίοδο απεμπλοκής της από τον γ΄ Βενετοκρατούμενο πόλεμο, σε μία εποχή όπου η πολιτισμική επικοινωνία ανάμεσα στην Κρήτη και τη Βενετία και η διασταύρωση του βυζαντινού με το δυτικό κόσμο υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη και δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για τη γέννηση και την άνθηση αυτής της μοναδικής ζωγραφικής τέχνης, που θα εκπροσωπήσει αργότερα ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος.
Τον 16ο αιώνα η ελληνική ζωγραφική παρουσίαζε μία ιδιαίτερη άνθηση με κύρια χαρακτηριστικά την καθορισμένη εικονογραφία και τις σταθερές αισθητικές αντιλήψεις. Από την περίοδο της παλαιολόγειας τέχνης και μετά, η εμφάνιση της φορητής εικόνας θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή του Βυζαντινού κόσμου και τον 16ο αιώνα θα φέρει πλέον τις υπογραφές και τη χρονολόγηση από τον ζωγράφο και θα λειτουργήσει ως ένα είδος εξαγωγικού εμπορίου με μεγάλη ζήτηση στο δυτικό και ορθόδοξο τότε κόσμο.

Στην πρώιμη δημιουργική του περίοδο ανήκαν έργα που

φιλοτεχνήθηκαν στην Κρήτη και στη Βενετία, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε ποια από αυτά έγιναν στον Χάνδακα ή στη Βενετία. Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του είναι και η «Κοίμηση της Θεοτόκου» (1567), που ανακαλύφθηκε το 1983 στη Σύρο και αποτελεί το πρώτο σωζόμενο έργο του που φέρει την υπογραφή του. Άλλο σημαντικό έργο του είναι η φορητή εικόνα που απεικονίζει τον ευαγγελιστή Λουκά να ζωγραφίζει την Παναγία, έργο που συνδυάζει τα μεταβυζαντινά στοιχεία με μία πρωτότυπη και ιδιαίτερη για την εποχή του τεχνοτροπία. Αλλά σημαντικά έργα είναι επίσης «Η Προσκύνηση των Μάγων» (1565-1567), έργο το οποίο διαπνέεται από τα τυπικά χαρακτηριστικά της Βενετικής εικονογραφίας και αποτελεί θέμα όπου θα επανέλθει ο Θεοτοκόπουλος σε άλλα έργα με μικρές παραλλαγές και το τρίπτυχο της Μόδενας (1560-1565), όπου έχει εμφανή τα ελληνικά σημάδια και στοιχεία της Κρητικής τέχνης. Στα τελευταία χρόνια παραμονής του στη Βενετία άνηκαν τα έργα «Η θεραπεία του τυφλού» (1565), «Ο μυστικός δείπνος» (1560) και «Το όρος Σινά».
     Χόρχε Μανουέλ Θεοτοκόπουλος

Στην Ιταλία γνώρισε τη συμπάθεια και την εκτίμηση της Ιταλικής κοινωνίας καθώς και των ομότεχνών του, που τον αποκαλούσαν συχνά El Greco (ο Έλληνας). Έχοντας γίνει πλέον γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Ιταλίας, ο Δομήνικος θα εγκατασταθεί στη Ρώμη το 1570 στα τριάντα του χρόνια, όπου θα γνωρίσει εκεί τη δυτική πλέον τέχνη και θα διαπρέψει στις προσωπογραφίες κυβερνητών και ιδιωτών, συμβιβάζοντας στα έργα του τη Βενετική γνώση με τα ρωμαϊκά ιδανικά της εποχής του.
Το 1575 κουβαλώντας μαζί του τις βυζαντινές μνήμες και την ιταλική παιδεία και γνώση, θα εγκατασταθεί στη Ισπανία. Εκεί θα μείνει αρχικά ένα σύντομο χρονικό διάστημα στη Μαδρίτη και αργότερα, το 1577, θα εγκατασταθεί στο Τολέδο, θα παντρευτεί και θα περάσει εκεί την υπόλοιπη ζωή του ως το 1614 όπου και θα πεθάνει. Η αδυναμία προσαρμογής στο Ρωμαϊκό περιβάλλον, καθώς και το κτίσιμο του Εσκοριάλ (παλάτι) κοντά στη νέα πρωτεύουσα, τη Μαδρίτη, από τον Φίλιππο τον Β΄, πιθανότατα να ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τον Δομήνικο να εγκατασταθεί στην Ισπανία. Στη Μαδρίτη έμεινε από το 1579 ως το 1582 και εργάστηκε αρχικά στο παλάτι, όπου ζωγράφισε «Το
Το μαρτύριο του Αγ. Μαυρικίου
μαρτύριο του άγιου Μαυρίκιου» καθώς και ορισμένες προσωπογραφίες. Η ζωγραφική του όμως δεν άρεσε στον βασιλιά Φίλιππο και έτσι ο Δομήνικος θα μετακομίσει στο Τολέδο, μια μικρή πόλη με έντονο τότε το συναίσθημα της θρησκευτικής κατάνυξης και του μυστικισμού, όπου θα βρει πρόσφορο έδαφος για να εκφράσει την τέχνη του.

Η κλειστή κοινωνία του Τολέδο θα γίνει πλέον η νέα του πατρίδα. Τα έργα του, τα οποία διαπνέονταν από το θρησκευτικό συναίσθημα και το πάθος της εποχής, θα γίνουν αμέσως αποδεκτά από τον κόσμο και θα ενισχύσουν τον Δομήνικο στις μυστικιστικές του ροπές. Στο Τολέδο θα εκτελέσει μεγάλους πίνακες για τα εικονοστάσια των εκκλησιών και θα αποθανατίσει εξαίσιες προσωπογραφίες του ισπανικού κόσμου. Μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του είναι «Η ταφή του Κόμη Όργκαθ»
Η ταφή του κόμη Όργκαθ
(1586) που προορίζονταν για την εκκλησία του Σάντο Τόμε, «Η στέψη της Παναγίας» (1595) και «Η αγωνία του κήπου» (1595).

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ήταν ο μοναδικός ευρωπαίος ζωγράφος που έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στις ανθρώπινες μορφές, στην εκφραστική τους αξία και στην αυτονομία της χρήσης του φωτός και του χρώματος, που έκαναν τις συνθέσεις του να ξεχωρίζουν. Οι ανθρώπινες μορφές κατάφερναν μέσα από τα έργα του να χάσουν τη γήινη υπόστασή τους και να μετουσιωθούν σε οπτασίες, παίρνοντας το ανθρώπινο σχήμα για μία μόνο στιγμή. Διακρίθηκε τόσο για τις προσωπογραφίες όσο και για τις θρησκευτικές συνθέσεις, τα θέματα των οποίων (θρησκευτικών συνθέσεων) αντλούσε κυρίως από την Καινή Διαθήκη και τα βιβλικά γεγονότα. Οι φιλοσοφικές και θρησκευτικές του αντιλήψεις, καθώς και το συμβολικό στοιχείο, είναι διάχυτα και αντανακλώνται σε όλα του τα έργα, όπου μέσα από τον τελετουργικό χαρακτήρα των παραστάσεων και την έντονη ιεραρχία κατάφερνε να ενώσει σταδιακά το γήινο με το υπερβατό, εξαϋλώνοντας παράλληλα τις μορφές των συνθέσεών του και ανυψώνοντάς τες προς το πνευματικό στοιχείο.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Ιστορία της τέχνης - Paul Gaugouin

σύντομα μαθήματα από την Πόπη Κοκονά


Αυτοπροσωπογραφία 1893
Ο Γάλλος ζωγράφος Πωλ Γκωγκέν (Paul Gaugouin) γεννήθηκε το 1848 στο Παρίσι. Aνήκει μαζί με το Βαν Γκογκ και το Σεζάν στους επαναστάτες της τέχνης του. Με τους πειραματισμούς του επηρέασε αποφασιστικά τη μοντέρνα τέχνη του 20ου αιώνα και δίκαια ανήκει σήμερα, κατά γενική ομολογία, στην παρέα των μεγαλύτερων ζωγράφων όλων των εποχών.
Το 1891 αναζητώντας πηγές έμπνευσης σε άλλα μέρη με αρχέγονους αμόλυντους πολιτισμούς φεύγει για την Ταϊτή όπου και εμπνέεται από τον πολιτισμό και τη θρησκεία των ιθαγενών Μαόρι και ζωγραφίζει τις «Ταϊτινές» του.

«Αναχωρώ, κατά δύο χρόνια γηραιότερος, νεότερος κατά είκοσι, ακόμη πιο βάρβαρος από όσο ήμουν όταν έφτασα κι εντούτοις πιο μορφωμένος», θα γράψει αργότερα, όταν επέστρεψε στο Παρίσι όπου και έκθεσε τους πίνακές του.
Μετά όμως από μια σύντομη παραμονή θα εγκαταλείψει οριστικά τη Γαλλία το 1895 και θα φύγει για τη Νέα Ζηλανδία και ξανά για την Ταϊτή, όπου και θα ζήσει με σύντροφο την ιθαγενή Τεχούρα. Το 1901 μετακόμησε σε ένα από τα νησιά του Αρχιπελάγους της Μαρκησίας όπου και πέθανε το 1903.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Ιστορία της τέχνης

σύντομα μαθήματα από την Πόπη Κοκονά.


Πάμπλο Πικάσο, ισπανός ζωγράφος και γλύπτης, είναι ο διασημότερος σύγχρονος καλλιτέχνης με τη μεγαλύτερη επίδραση στην τέχνη της εποχής μας. Σε ηλικία 12 χρόνων είχε παρουσιάσει τους πρώτους του πίνακες στο στυλ των παλιών δασκάλων. Σε ηλικία 15 χρονών πετυχαίνει
Το παιδί με το περιστέρι


θριαμβευτικά στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης. Το 1900 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Η πρώτη του έκθεση στον Βολλάρ έγινε το 1901 και παρουσίασε σε αυτήν συνθέσεις με σκηνές από καμπαρέ και ιπποδρόμια.
Το 1904 εγκαθίσταται στο περίφημο "Μπατώ Λαβουάρ", ένα ξύλινο σπίτι και συνδέεται με παρισινούς καλλιτέχνες και ποιητές όπως οι Μαξ Ζακόμπ, Σαλμόν, Απολινναίρ, Μπρακ και Ντεραίν και δουλεύει τα πρώτα του γλυπτά. Ζωγραφίζει τώρα σε μια λιτή και αβρή χρωματική γκάμα τα μελαγχολικά εκείνα πρόσωπα που χαρακτηρίζουν τη "μπλε περίοδο".
Αρλεκίνος
Ακολουθούν οι πίνακες με τους Αρλεκίνους, τους ακροβάτες του τσίρκου που θυμίζουν έναν κόσμο μυστηριακό, σχεδόν μαγικό.
Εγκαταλείποντας το μπλε χρώμα, περνά στο ροζ, είναι η "ροζ περίοδος". Αυτή η περίοδος διαρκεί πολύ.Το 1907 ζωγραφίζει τον περίφημο πίνακά του Δεσποινίδες της Avignon που αποτελεί
Οι δεσποινίδες της Avignon
 σταθμό στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης.

Από εδώ ξεκινάει το νέο κίνημα του Κυβισμου.. Πίνακές του βρίσκονται στα μεγαλύτερα μουσεία και πινακοθήκες του κόσμου και το έργο του άσκησε τη βαθύτερη επίδραση στη ζωγραφική του αιώνα μας. "
Γκουέρνικα
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...