Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Το νησί των συναισθημάτων, Μάνος Χατζιδάκις, μια υπέροχη ιστορία

το βρήκαμε στο Thessalonoki Arts and Culture



Μία πολύ ευαίσθητη ιστορία που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκης, για την αγάπη και την αντοχή της στον χρόνο.

"Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.

Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

by Alex  Semer

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Ο θρύλος της Μπάμπουσκας

Ένα παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο ρωσικό παραμύθι
                                        



 "Όλοι οι χωρικοί ήταν έξω, μιλώντας με ενθουσιασμό.

"Ξαναείδατε χτες βράδυ εκείνο το φωτεινό αστέρι;"

"Φυσικά και το είδαμε!"

"Ναι, και ήταν μεγαλύτερο"

"Ναι! Και η πορεία του ήταν προς το χωριό μας. Απόψε θα είναι ακριβώς από πάνω μας"

Εκείνο το βράδυ, ο ενθουσιασμός διαπερνούσε την ατμόσφαιρα ευχάριστα, σα γλυκό αεράκι, και περνούσε μέσα από τα σοκάκια και τους δρόμους.


"Ήρθε ένα μήνυμα"

"Πλησιάζει ένας στρατός"

"Όχι στρατός, παρέλαση είναι"

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Το δαχτυλίδι του Γύγη

Κυριακή σήμερα και είπαμε να δημοσιεύσουμε ένα παραμύθι πάλι. Είναι λίγο παλιό, μερικών χιλιάδων χρόνων, αλλά δεν νομίζουμε πως θα ενοχλήσει τα παιδάκια σας. Λέγεται πως το διηγήθηκε ο αδελφός του Πλάτωνα ,ο Γλαύκωνας, στον Σωκράτη κάποια μέρα που συζητούσαν περί δικαιοσύνης. Για τους φιλομαθείς αναφέρουμε πως θα το βρείτε στην Πολιτεία του Πλάτωνα Βιβλίο Β΄ 359d - 360d. Εμείς το βρήκαμε διασκευασμένο  στο χαμομηλάκι .




Το δαχτυλίδι του Γύγη

Τον αρχαίο τον καιρό στη Λυδία, μιαν όμορφη χώρα με πλούσια καταπράσινα λιβάδια, ζούσαν πολλές οικογένειες βοσκών μέσα σε φτωχές καλύβες και ολοχρονίς φρόντιζαν τα κοπάδια του βασιλιά. Τότε, σ’ εκείνα τα χρόνια, όλα τα κοπάδια, όλος ο πλούτος της χώρας ήταν περιουσία των βασιλιάδων και των αρχόντων, που άφηναν για τους φτωχούς βοσκούς ή τους γεωργούς λίγα μόνο τρόφιμα για να ζήσουν.

Ένας νεαρός βοσκός λοιπόν, που τον έλεγαν Μάνη – στη συνέχεια της ιστορίας μας θα καταλάβετε γιατί είχε αυτό το όνομα - έβοσκε το κοπάδι του πάνω σε έναν χαμηλό λοφάκι, γεμάτο καταπράσινο γρασίδι. Ξαφνικά, νωρίς το απόγευμα ο ουρανός γέμισε από κατάμαυρα σύννεφα και ξέσπασε μπόρα πολύ δυνατή. Έκανε να μαζέψει τα πρόβατα που κατατρόμαξαν, αλλά ένιωσε τη γη να κουνιέται κάτω από τα πόδια του. Σεισμός,  μεγάλος σεισμός άνοιξε ένα τεράστιο χάσμα κάτω από τα πόδια του Μάνη. Ευτυχώς που πρόλαβε με ένα πήδημα να απομακρυνθεί, αλλιώς η γη θα τον κατάπινε σίγουρα.

Μόλις η ξαφνική καταιγίδα και ο φοβερός σεισμός σταμάτησαν, ο νεαρός βοσκός πλησίασε στην άκρη του μεγάλου χάσματος και προσπάθησε να δει τι υπήρχε μέσα βαθιά στη γη. Τίποτα δεν έβλεπε, μόνο σκοτάδι. Θα κατέβω, σκέφτηκε γεμάτος περιέργεια. Μια και δυο άρχισε με δυσκολία να κατεβαίνει και γύρω του δύσκολα στην αρχή, πολλά παράξενα πράγματα έβλεπε, μέχρι που έφτασε σε ένα πλάτωμα. Εκεί, μπροστά του είδε ένα τεράστιο χάλκινο άλογο, που ήταν κούφιο από μέσα του και είχε μικρά ανοίγματα, σαν παραθυράκια ή πορτούλες, Κοίταξε μέσα και είδε πως ήταν ξαπλωμένο ένα πλάσμα μεγαλόσωμο. Δεν κατάλαβε αν ήταν πεθαμένο ή βυθισμένο σε βαθύ ύπνο.

Αυτό που του έκανε εντύπωση ήταν ένα δαχτυλίδι με μια μεγάλη πέτρα, που φορούσε στο χέρι του το περίεργο πλάσμα. Χωρίς δεύτερη σκέψη πέρασε το χέρι του μέσα από ένα άνοιγμα και πήρε το δαχτυλίδι. Πολύ ευχαριστημένος το πέρασε στο δάχτυλό του.

Το δαχτυλίδι αμέσως μίκρυνε στο δικό του μέγεθος. Χαρούμενος πολύ ο Μάνης, ο βοσκός, ανέβηκε στην επιφάνεια της γης.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Μπαμπά, πες μου μια ιστορία

Η ανάπτυξη της πνευματικής υπόστασης και της ηθικής εκπαίδευσης  των παιδιών συντελείται με τη μετάδοση σε αυτά σημαντικών αξιών ζωής, όπως η δικαιοσύνη, η ειλικρίνεια, η πειθαρχία, η αγάπη, η προσφορά στους άλλους, η εμπιστοσύνη, η αίσθηση του μέτρου, η συγχώρεση, το θάρρος, η σταθερότητα, ο σεβασμός, η συμπόνια, η ευγένεια, η καλοσύνη και άλλες.
Ένας τρόπος για να μεταδώσουμε αυτές τις έννοιες είναι η διήγηση παραμυθιών με παραστατικό τρόπο, αλλάζοντας τον τόνο της φωνής, τις εκφράσεις του προσώπου, τις κινήσεις των χεριών, και οτιδήποτε άλλο μεταφέρει τα παιδιά στον κόσμο των ιστοριών. Με τον τρόπο αυτό, τα παραμύθια πλάθουν εικόνες στο μυαλό, ενεργοποιώντας τη φαντασία των παιδιών και παράλληλα τους μεταδίδουν αξίες και μαθήματα ζωής.
Απολαύστε μία ακόμη διδακτική ιστορία, από την ενότητα του letsfamily.gr «Μπαμπά, πες μου μια ιστορία»:

 

Η υπόσχεση

Μια φορά κι έναν καιρό, τα παλιά χρόνια, ζούσε ένας ξυλουργός, ο κυρ-Παντελής. Η δουλειά του ήταν να χτίζει ξύλινα σπίτια. Ο κυρ-Παντελής ήταν εργατικός και φιλότιμος και το αφεντικό του τον επαινούσε πάντα για την καλή δουλειά που έκανε. Δούλευε πολλά χρόνια στην ίδια δουλειά και μέσα από αυτή, είχε καταφέρει να ζει, αυτός και η οικογένεια του, καλά. Αν και δεν είχαν πολλές ανέσεις, το φαγητό και η ζεστασιά δεν είχαν λείψει ποτέ από το σπιτικό τους και ο κυρ-Παντελής και η γυναίκα του είχαν καταφέρει να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν τα τρία παιδιά τους, όπως ήθελαν.
Τα χρόνια είχαν περάσει, τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και είχαν φύγει από το σπίτι, για να δουλέψουν και να φτιάξουν τις δικές τους οικογένειες, και ο κυρ-Παντελής είχε αρχίσει να σκέφτεται να σταματήσει τη δουλειά. Είχε μεγαλώσει κι αυτός πια και είχε κουραστεί, μετά από τόσα σκληρής δουλειάς. Τώρα, ονειρευόταν να απολαύσει τα υπόλοιπα χρόνια μαζί με τη γυναίκα του και, με τις λίγες οικονομίες που είχε μαζέψει, να ζήσουν μια ήσυχη και όμορφη ζωή.
Ο κυρ-Παντελής στεναχωριόταν λίγο που θα άφηνε τη δουλειά του, γιατί την αγαπούσε και είχε πια γίνει φίλος με το αφεντικό του και τους άλλους εργάτες όλα αυτά τα χρόνια που ήταν μαζί. Αποφάσισε όμως, ότι είχε έρθει η ώρα να ξεκουραστεί και να απολαύσει κι αυτός όλες τις μικρές χαρές της ζωής που τόσα χρόνια είχε στερηθεί δουλεύοντας μέρα νύχτα. Μάλιστα, σχεδίαζαν με τη γυναίκα του, με το που θα σταματήσει τη δουλειά, να πάνε ένα ταξίδι στο χωριό τους, που είχαν πολλά χρόνια να πάνε, και να μείνουν εκεί όλο το καλοκαίρι για δουν τους συγγενείς και τους φίλους τους.
Αφού πήρε την απόφαση, ο κυρ-Παντελής το είπε στο αφεντικό του και συμφώνησαν ότι σε ένα μήνα, που θα τελείωνε το σπίτι που έχτιζαν εκείνη την εποχή, θα σταματούσε από τη δουλειά, όπως επιθυμούσε. Ο κυρ-Παντελής, δεν έβλεπε την ώρα να ξεκινήσει για το χωριό μαζί με την αγαπημένη του γυναίκα και, καθώς πλησίαζαν οι μέρες, ήταν και οι δύο πολύ ενθουσιασμένοι.
Λίγες μέρες πριν τελειώσει ο μήνας, το αφεντικό φώναξε τον κυρ-Παντελή και του είπε:
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...